Αλίνα Κοτσοβούλου: «Είμαι αρκετά συναισθηματική και άνθρωπος των ευθυνών»

Η Αλίνα Κωτσοβούλου λίγα χρόνια πριν ο Μάνος Ελευθερίου φύγει από τη ζωή, πιάνει στα χέρια της το βιβλίο του και από εκείνη τη στιγμή αρχίζει για αυτήν ένας μονόδρομος με μοναδική έξοδο το θεατρικό σανίδι.

Η Αλίνα Κοτσοβούλου ξεκινάει ένα μεγάλο ταξίδι εφέτος και μία ειλικρινά επίπονη προσπάθεια να επικοινωνήσει με την Κίρκη Καραλή στη σκηνοθεσία και μαζί της στη δραματουργία και τη θεατρική διασκευή, το βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος του 2005, κείμενο του Μάνου Ελευθερίου «Ο καιρός των χρυσανθέμων».

Θανάσης Σταυρόπουλος

Το βιβλίο αυτό του ήρεμου γίγαντα των στίχων, των ποιημάτων αλλά και των μυθιστορημάτων, που έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα την Ελλάδα, εξιστορεί την παρουσία του θιάσου της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου στην Ερμούπολη της Σύρου, τον Νοέμβριο του 1896. Η Αλίνα Κοτσοβούλου λίγα χρόνια πριν ο Μάνος Ελευθερίου φύγει από τη ζωή, πιάνει στα χέρια της το βιβλίο του και από εκείνη τη στιγμή αρχίζει για αυτήν ένας μονόδρομος με μοναδική έξοδο το θεατρικό σανίδι.

Αλίνα καλησπέρα, γιατί και πώς «Ο καιρός των χρυσανθέμων;»

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα άρχισα να ανακαλύπτω μέσα σε αυτό, ξαφνικά κομμάτια διάσπαρτα του εαυτού μου. Και το εννοώ. Έχω ένα μέρος καταγωγής από τη Σύρο από την Ερμούπολη, από τη μεριά της μητέρας μου και συγκεκριμένα η γιαγιά μου, η οποία και περιγράφεται μέσα στο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου. Η οικογένεια της γιαγιά μου ήταν από τις αρχοντικές οικογένειες της Ερμούπολης, ιδιαιτέρως δε ο προ-προπάππους ορμώμενος εκ Χίου μαζί με άλλους, θεωρείτε από τους οικιστές της Ερμούπολης. Επίσης να πω ότι ο προπάππους μου πτώχευσε στην Ερμούπολη. Αυτό που ο Μάνος Ελευθερίου περιγράφει στο βιβλίο του ότι άνθρωποι που έχαναν τις περιουσίες τους παρέμεναν σθεναρά κολλημένοι στους τύπους και στις αρχές της κοινωνίας της εποχής τους, στη διατήρηση των οικοσκευών και των τυπικών για αυτούς συνθηκών διαβίωσής τους, ήταν ακούσματα γνώριμα στα αυτιά μου μέσα από τις διηγήσεις της ίδιας της γιαγιάς μου και του προσωπικού της κύκλου. Η ίδια δε δεν έπαψε ποτέ να λατρεύει τη Σύρο και την επισκεπτόταν με κάθε ευκαιρία μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Όταν λοιπόν μίλησα μαζί του για πρώτη φορά ήταν σαν να μιλούσα με έναν δικό μου άνθρωπο. Έναν συγγενή μου που γνώριζα καλά. Ας πούμε τον αδελφό της γιαγιάς μου. Ο ευγενικός του χαρακτήρας και ο τρόπος που μιλούσε, είχε αυτή τη γλυκύτητα των ανθρώπων της Σύρου, που εμένα μου ήταν απολύτως οικεία και αναγνωρίσιμη. Από την άλλη πλευρά στο βιβλίο υπάρχει διάχυτη η παρουσία του θεάτρου, κάτι που εμένα με συγκινεί. Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου που ναι μεν την ήξερα ως όνομα, αλλά δεν την γνώριζα σε τέτοιο βάθος που την ανακάλυψα και την ανακαλύπτω ακόμα. Κάτι λοιπόν η Σύρος, κάτι οι παλιοί θεατρίνοι που με γοητεύουν ακόμα, αποφάσισα, χωρίς ωστόσο να ξέρω ακριβώς το που θα καταλήξω με αυτό, να καταπιαστώ μαζί του.

Ξέρω ότι εκτός από τη Σύρο υπάρχει στη ζωή σου και η Ιθάκη. Επτάνησα-Κυκλάδες. Δύο περιοχές με συναφείς σχέσεις πολιτισμού. Πόσο σε έχουν επηρεάσει στη ζωή σου τα δυο αυτά νησιά;

Όλως περιέργως και παραδόξως με εμένα, οι Συριανοί με τους Ιθακήσιους πάντα είχαν κάποιες σχέσεις. Και τα δύο φυσικά νησιά έχουν αρκετούς ναυτικούς, άλλωστε και ο παππούς μου ναυτικός ήταν, αλλά να πάντα βρισκόταν κάποιος από τον κύκλο μας να έχει ας πούμε παντρευτεί είτε στην Ιθάκη, είτε στη Σύρο. Ένα μυστήριο πράγμα. Από την Ιθάκη ήταν ο παππούς μου ο άντρας της γιαγιάς μου και παραθέριζα εκεί από έξι μηνών. Οπότε σκέψου με έχουν βαφτίσει τρόπο τινά αυτά τα νερά. Η Ιθάκη μη ξεχνάμε ότι έχει ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Ήταν και είναι φυτώριο θεάτρου και τεχνών. Θυμάμαι ότι μετά το μπάνιο στη θάλασσα οι μητέρες μας, που είχαν μία θεατρική ομάδα, μας έπαιρναν και μας πήγαιναν και κάναμε πρόβες. Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησα κι εγώ όπως και πολλοί άλλοι κι αγαπήσαμε το θέατρο. Η Σύρος από την άλλη είναι μία ολόκληρη ιστορία από μόνη της. Έχω πολλές μνήμες. Άλλωστε εκεί παντρεύτηκα. Έχω πολλούς καλούς φίλους εκεί και κυρίως υπέροχες αναμνήσεις. Ωστόσο να μην αδικήσω την άλλη πλευρά της καταγωγής μου, του πατέρα μου, είμαι Ρουμελιώτισσα. Κι αν από τη Σύρο και την Ιθάκη πήρα όσα μέχρι τώρα σου είπα, από τον μπαμπά μου πήρα την αγάπη μου για τα βιβλία και τη μουσική που είναι ένα άλλο μεγάλο κομμάτι της ζωής μου.

Και από τη Σύρο που αλλού θα μπορούσαμε να πάμε παρ’ εκτός στον Μάνο Ελευθερίου και τη γνωριμία σας.

Λοιπόν, είχα το βιβλίο του στην τσάντα μου για καιρό, αλλά δεν αποφάσιζα να πάω να του μιλήσω. Το 2014 τελικά του ζητάω το τηλέφωνό του. Ευγενικός όπως ήταν πάντα μου το δίνει. Δεν τον παίρνω ποτέ. Το 2017 τον συναντώ ξανά. Μου ξαναδίνει τον αριθμό του τηλεφώνου του και μέσω ενός κοινού γνωστού γίνεται η πρώτη επαφή μαζί του, τηλεφωνικά πάντα. Μετά από δύο μήνες, αρκετών τηλεφωνικών συνομιλιών, όταν με συνάντησε, κατάλαβε ότι η τρέλα που κουβαλούσα για το βιβλίο του, για μένα τουλάχιστον είχε μια βάση και είχε λόγω ύπαρξης. Και τουλάχιστον κατάλαβε ότι από τη μεριά μου το είχα προσεγγίσει με τη δέουσα σοβαρότητα που του άρμοζε. Οπότε κάποια στιγμή γυρίζει και μου λέει: «εντάξει, προχώρα. Πάρε το βιβλίο, δικό σου και κάνε όπως εσύ νομίζεις. Εγώ όμως δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω περισσότερο». Μη ξεχάσω να πω εδώ ότι η υγεία του ήδη άρχιζε να εξασθενεί και να κλονίζεται σοβαρά.

 Αλίνα, ο Ελευθερίου τελικά σου εμπιστεύεται το κείμενό του κι εσύ αποφασίζεις να το ανεβάσεις στη σκηνή. Ποιες δυσκολίες συναντάς σε αυτή τη φάση του κειμένου προκειμένου να το διασκευάσεις σε ένα θεατρικό έργο πια;

Θα αρχίσω ανάποδα. Πριν καν ο Ελευθερίου μου πει το ok, έχω στην τσάντα μου για δύο ολόκληρα χρόνια το βιβλίο, όπως ήδη είπα, και το δουλεύω γράφοντας σκηνές. Παράλληλα κάνω αίτηση στο θέατρο Απόλλωνα της Σύρου να μου δώσουν ημερομηνίες να το ανεβάσω. Απάντηση ωστόσο δεν παίρνω από πουθενά. Στα ογδοηκοστά γενέθλια του Ελευθερίου, Μάρτιος ήταν, έρχεται η απάντηση. Εκείνη τη στιγμή νομίζω ότι ο Μάνος συνειδητοποίησε ότι ό,τι του έλεγα το πίστευα βαθιά. Με συστήνει στον Λευτέρη Γιοβανίδη που το είχε ανεβάσει δέκα χρόνια πριν, ως μονόλογο, του προτείνω να το σκηνοθετήσει, ο Λευτέρης λόγω φόρτου εργασίας αρνείται, και μου προτείνει για σκηνοθέτη με τη σειρά του την Κίρκη Καραλή, με την οποία αναλαμβάνουμε πια από κοινού τη θεατρική διασκευή και τη δραματουργική προσέγγιση του κειμένου. Όταν μαθαίνει ότι θα το σκηνοθετήσει η Κίρκη Καραλή το έργο, ο Ελευθερίου με τη διακριτικότητα και την ευγένεια που τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή, μου στέλνει εις διπλούν το απόσπασμα της Φαύστας του Βερναρδάκη και το πεντασέλιδο γράμμα της Παρασκευοπούλου στον Κλέωνα Ραγκαβή γραμμένο το 1896, και μου ζητάει να τα εντάξουμε στην παράσταση μας. Να πω ότι το μυθιστόρημα αυτό του Ελευθερίου είναι βαθιά στοχαστικό και όσο το διαβάζεις τόσο εμβαθύνεις σε διάφορα πράγματα. Ακόμα κι εμείς αναγκαζόμαστε να προσαρμόζουμε τη διασκευή. Από τη Σύρο έως εδώ, στο θέατρο ΑΛΦΑ-ΙΔΕΑ, την έχουμε ήδη τροποποιήσει και αυτό έχει προκύψει από τις ανάγκες του ίδιου του κειμένου και του έργου που παρουσιάζεται επί σκηνής.

Έχω ειλικρινά την αίσθηση, παρότι το κείμενο είναι απαιτητικό και δύσκολο, ότι στήσατε επί σκηνής ένα ονειρόδραμα, μία φαντασία. Πόσο κοντά ήταν κάτι τέτοιο στους στόχους σας;

Δεν ξέρω, ειλικρινά είναι ωραίο αυτό που ακούω. Σε ευχαριστώ αν όντως περάσαμε κάτι τέτοιο στο κοινό. Ωστόσο ρώτα την Κίρκη που έχει και την όλη ευθύνη της σκηνοθεσίας. Αυτό όμως που μπορώ να σου πω με σιγουριά είναι ότι στο κομμάτι της Φαύστας που παίζω με τη Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, ναι όντως βρίσκομαι αλλού. Είμαι σε άλλη χρονική στιγμή, δε με απασχολεί τίποτα, είμαι σε κατάσταση μετουσίωσης. Κι αν τελικά το καταφέρνουμε αυτό να ταξιδέψουμε το κοινό στο κέντρο της Αθήνας στο ΑΛΦΑ-ΙΔΕΑ, φαντάσου στον Απόλλωνα της Σύρου, στο θέατρο για το οποίο γράφτηκε το έργο πόσο σπουδαίο θα είναι για εμάς να βιώσει το κοινό κάτι ανάλογο.

Γνωρίζω ότι έχεις δώσει την ψυχή σου σε αυτήν την παράσταση και έχεις επιφορτιστεί με πάρα πολλές ευθύνες. Συμμετοχή στη θεατρική διασκευή και δραματουργία, ηθοποιός, μουσική, στιχουργία και ένας θεός ξέρει τι άλλο που δεν μας αποκαλύπτονται λόγω σεμνότητάς σου. Οπότε παιδί σου η παράσταση αυτή;

Δεν το συζητώ. Όχι ένα αλλά επτά ακόμα παιδιά. Όλος ο θίασος. Είμαι αρκετά συναισθηματική και άνθρωπος των ευθυνών. Κυρίως με τους ανθρώπους που έχω γύρω μου. Είμαι βέβαια και κάπως χύμα, ως καλλιτεχνική φύση, αλλά πάντα τα φέρνω όλα εις πέρας, πρακτικά και μη θέματα. Και επειδή και η ηρωίδα που υποδύομαι, η Παρασκευοπούλου ήταν κάπως έτσι τα είχε όλα υπό την επίβλεψή της, και αυτό με βοήθησε να την κατανοήσω και καλύτερα, νομίζω ότι ήταν τελικά και μια ευτυχής συγκυρία όλη αυτή η σύμπτωση.

Και ας μείνουμε στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, όπως εσύ την γνώρισες. Ο κόσμος δεν την γνωρίζει καλά. Δεν την ξέρει κιόλας τολμώ να πω. Πιστεύεις ότι ήταν ένα αστέρι που έλαμψε κι έσβησε; Ένας κομήτης της ελληνικής θεατρικής σκηνής;

Τουναντίον. Η Παρασκευοπούλου έκανε καριέρα για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Αναφέρει ο Μάνος Ελευθερίου ότι την τριαντάχρονη καριέρα της Παρασκευοπούλου η Κυβέλη και η Κοτοπούλη την έκαναν σε οκτώ μόλις χρόνια κι αυτό γιατί είχε ήδη αλλάξει ο ρυθμός μιας ολόκληρης εποχής. Η Παρασκευοπούλου δεν εντάχθηκε σε κανενός είδος σχήματος. Βασιλικό Θέατρο λόγου χάρη. Πάλευε εντελώς μόνη της, ηγήθηκε θιάσου μόνη της «άνευ προστασίας ανδρός», όπως αναφέρει στον Ραγκαβή, σε μία εποχή που μια γυναίκα δεν είχε τα δικαιώματα που απόχτησαν οι γυναίκες των αρχών του 20ου αιώνα. Η Παρασκευοπούλου βίωσε όλο αυτό το θνησιγενές του θεάτρου. Ξεκίνησε από μία απλή υπηρετριούλα στη Σμύρνη, μεγαλούργησε επί σκηνής, ήταν καλή ηθοποιός από ότι λέγεται, όμορφη, ματαιόδοξη, σπάταλη, και κατέληξε να πεθάνει σχεδόν πάμφτωχη και λησμονημένη Αχαρνών και Ηπείρου σε ένα μικρό σπίτι, με παρέα μόνο τον γιό της που συνήθως εγκατέλειπε για τις περιοδείες της. Σαν μια πεταλούδα που έλαμψε και κάηκε. Όπως και να το δούμε είχε μια ενδιαφέρουσα και γοητευτική ζωή.

Δίνοντας υποκριτικά στον ρόλο της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου μία διάσταση σχεδόν «ανεμελιάς και ελαφρότητας», ποια είναι η παρακαταθήκη που σου αφήνει εσένα ως ηθοποιό και ποιο το σημείο που πιθανόν να σε δυσκόλεψε στην προσέγγισή της;

Να αυτό που λες. Η λεπτή ισορροπία κάτι να είναι γλυκό, αστείο και γλαφυρό από τη μία και να καταλήξει γκροτέσκο από την άλλη. Να καταντήσει καρικατούρα. Χρειάστηκε λοιπόν προσοχή σε αυτό γιατί είχα να αντιμετωπίσω μια ηρωίδα που φωνάζει και υποστηρίζει ότι θέλουν να τη δουν δεμένη με μάγια και μαγγανείες και η Παρασκευοπούλου σημειωτέον τα πίστευε όταν τα έλεγε αυτά, και επίσης να πρέπει, ως Παρασκευοπούλου πάλι, να υποδυθώ με απόλυτη συνέπεια και σοβαρότητα Άμλετ. Όπως καταλαβαίνεις ο λόγος του Σαίξπηρ έπρεπε να ακουστεί με απόλυτη σοβαρότητα και ευκρίνεια. Και επιπροσθέτως όπως τον έχει βάλει ο Ελευθερίου στο κείμενό του, στη αρχαΐζουσα, τη νεοελληνική, την αγγλική γλώσσα.

Πες μου λίγο για τη σχέση σου με το θέατρο. Πώς νιώθεις εκεί πάνω; Τι συναίσθημα έχεις επάνω στη σκηνή;

Κοίτα μπορεί να το λέμε μεταξύ σοβαρού και αστείου αλλά όντως το θέατρο είναι ένας τόπος ιερός. Εμένα δε μου αρέσει το θέατρο. Εγώ το λατρεύω το θέατρο. Δε με ενδιαφέρει να βαφτώ, να ντυθώ και να βγω στη σκηνή να παίξω. Σιχαίνομαι να παίζω έτσι. Θέλω να εκφράζομαι δυνατά και ολοκληρωτικά στη σκηνή. Όταν είμαι σε δουλειές που δεν με ικανοποιούν καλλιτεχνικά, υποφέρω. Ωστόσο ακόμα και εκεί το ένα δευτερόλεπτο επί σκηνής που θα γίνει κάτι διαφορετικό, αυτό με απογειώνει και μου συμπυκνώνει την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης μου. Φέτος λοιπόν θέλω να δηλώσω ευτυχισμένη για αυτό που στήθηκε από όλους μας, παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε και θα αντιμετωπίσουμε στο μέλλον.

Θεώρησες λοιπόν ότι όλο αυτό το εγχείρημα της παράστασης ήταν ένα προσωπικό στοίχημά σου;

Ούτε καν το σκέφτηκα. Το ένα έφερε το άλλο. Για να σου πω την αλήθεια μάλλον με ξεπέρασε το όλο πράγμα και το γεγονός αυτό καθεαυτό. Στοίχημα δεν ξέρω αν ήταν, όνειρό μου όμως σίγουρα ήταν. Άλλαξαν όμως πάρα πολλά πράγματα μετά τη γνωριμία μου με τον Μάνο Ελευθερίου. Αυτός ο άνθρωπος υπήρξε ένας σταθμός στην καλλιτεχνική ζωή μου. Δεν ξέρω που θα οδηγηθώ, αλλά είναι ένα κομβικό σημείο ο Ελευθερίου.

Κλείνοντας Αλίνα, να περιμένουμε κάτι άλλο εκτός από τον «καιρό των χρυσανθέμων»;

Είμαι ολοκληρωτικά μέσα στα Χρυσάνθεμά μου. Συζητάμε να ταξιδέψουμε το έργο μας και σε άλλες πόλεις και περιμένουμε να το δει περισσότερος κόσμος.

Εύχομαι «ο καιρός των χρυσανθέμων» να φτάσει σε όλη την Ελλάδα και ο λόγος του Μάνου Ελευθερίου να αγαλλιάσει αυτιά και ψυχές, όπως μόνο αυτός ήξερε. Σ’ ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτησή μας.

Κι εγώ σας ευχαριστώ.

 

 

Δείτε επίσης: Η ζωή του Μιχαέλ Κόχεν στον κινηματογράφο;

Tags:

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ads

You May Also Like

“Χαμάμ Γυναικών” – Από 21 Δεκεμβρίου στο Θέατρο Ακάδημος

Το πολύ ιδιαίτερο, ρεαλιστικό και συνάμα  τρυφερό έργο της Νελ Νταν ανεβαίνει αυτόν τον ...

Όσκαρ 2019: Όλοι είναι νικητές!

Το βραβείο Όσκαρ 2019 για την Καλύτερη Σκηνοθεσία κέρδισε ο Αλφόνσο Κουαρόν για την ταινία Ρόμα. Είναι η τέταρτη φορά τα τελευταία ...

Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας

ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΧΟΡΟΥ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ Χρυσό ΕΒΓΕ στην ενότητα της γραφιστικής και άλλες δύο διακρίσεις ...

Ennio Morricone «The good the bad and the ugly»

Είναι πολλές φορές που αισθάνομαι πως θέλω να ταξιδεψω. Πως θέλω να φύγω…να δω ...

«Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ κατά Φιλίππογλου

Το Από Μηχανής Θέατρο, σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, παρουσιάζουν από την Παρασκευή ...

Έφη από το Ευτυχία: Μονόλογος της Κατερίνας Μαγγανά -κριτική

Ένας άντρας, μιλώντας σ’ έναν φίλο μα και στον εαυτό του, θυμάται στιγμές-κλειδιά από ...