Μίκης Θεοδωράκης-Επιταφιος Επιφανια. Ο συνθέτης είχε δηλώσει:Ο Επιτάφιος είναι καθήκον, ευγνωμοσύνη, όρκος.

Είναι φορές στην ιστορία που συμβαίνουν πράγματα μοναδικά, που γεννιούνται στιγμές μεγαλείου κόντρα σε δύσκολους καιρούς και πεποιθήσεις.
Ποιος μπορούσε να φανταστεί στην αρχή της δεκαετίας του 60 πως η νεα ελληνική ποίηση θα έβρισκε το δρόμο της προς το λαϊκό μας τραγούδι?
Ποιος μπορούσε να το διανοηθεί και να το κάνει πράξη?
Το έργο Επιτάφιος Επιφάνια του Μίκη Θεοδωράκη είναι αυτή ακριβώς η συνάντηση. Ήταν η στιγμή που ο μεγάλος μας συνθέτης δεν φοβήθηκε και δεν οπισθοδρόμησε. Χάρισε στο ελληνικό τραγούδι,στον ελληνικό πολιτισμό συνθέσεις διαμάντια, δίνοντας την ευκαιρία στη πλειοψηφία του ελληνικού έθνους να γνωρίσει την ποίηση δυο τεράστιων ποιητών (Ρίτσος Σεφέρης).

Μανώλης Ρασσιας


Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου γράφτηκε στα 1936. Αποτελείται από είκοσι τραγούδια που το καθένα περιέχει οκτώ δίστιχα.
Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με μοιρολόι και ομοιοκατάληκτο στίχο με βάση τον δεκαπεντασύλλαβο της δημοτικής μας ποίησης.
Η πρώτη έκδοση του ποιήματος κάηκε στα 1936 στις Στήλες του Ολυμπίου Διός απ’ το καθεστώς Μεταξά, μαζί με άλλα βιβλία καθώς θεωρήθηκε «αριστερού» περιεχομένου.
Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε το ποίημα θρήνο, εμπνευσμένος από μια φωτογραφία.


Πρόκειται για τα γεγονότα της απεργίας των καπνεργατών του 1936 στη Θεσσαλονίκη,  που συντάραξαν το Πανελλήνιο.
Στο δρόμο κείτεται νεκρός απ’ τα
πυρά των αστυνομικών δυνάμεων ο Τάσος Τούσης. Η φωτογραφία του αδικοχαμένου διαδηλωτή με τη μητέρα του να κλαίει πάνω στο παιδί της καταμεσής του δρόμου, δημοσιεύεται στον Ριζοσπάστη τον Μάιο του 36.
Οι στίχοι που ερμηνεύει ανεπανάληπτα ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στο πρώτο τραγούδι του δίσκου (Που πέταξε το αγόρι μου) αποτυπώνουν τη σκηνή βάζοντας τον ακροατή να συλλάβει το μέγεθος της τραγωδίας.
Γιέ μου σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχής αυλής, ανθέ της ερημιάς μου…


Ο Γιάννης Ρίτσος είχε δηλώσει πως για να γράψει το ποίημα είχε κλειστεί δυο μέρες στη σοφίτα που έμενε και συγκλονισμένος δεν κοιμόταν και δεν έτρωγε. Κάπου ήρθε φυσικά η εξάντληση και απλά κοιμήθηκε αφού τελείωσε τη συγγραφή του ποιήματος.

Με τη σειρά του Ο Μίκης κάνει το εξής σπουδαίο: Γράφει τη μουσική στο Παρίσι για το έργο, σε μόλις μια ημέρα καθώς του έστειλε ο Ρίτσος την οριστική μορφή του ποιήματος στα 1958.
Ο συνθέτης το στέλνει αμέσως στον Χατζιδάκι. Ο Μάνος το κυκλοφορεί πρώτος με ερμηνεύτρια τη Νανά Μούσχουρη.
Όμως, ούτε ο Μίκης ούτε ο Ρίτσος μένουν ικανοποιημένοι απο το αποτέλεσμα.
Ο συνθέτης αποφασίζει να κάνει ο ίδιος την ενορχήστρωση με άλλους συντελεστές.
Στην ουσία δίνει μουσικά στον Επιτάφιο, όλο το δράμα τον λυρισμό και το καλλιτεχνικό μέγεθος που του αρμόζει.
Ο συνθέτης είχε δηλώσει: Ο Επιτάφιος είναι καθήκον, ευγνωμοσύνη, όρκος κι εγώ ήμουν χαρούμενος, γιατί είχα βρει τον άνθρωπο αυτόν, που με φωνή λεβέντικη και φωτεινή, θα έκανε αυτές τις προσωπικές ελπίδες παλλαϊκά τραγούδια.
Ο λόγος για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση που σε κλίμα αμφισβήτησης για τον ίδιο, απέδωσε στο εκατό τοις εκατό το ύφος του έργου.
Η οξυδέρκεια του Μίκη είναι προφανής. Μέσα απ’ αυτή τη δωρική βραχνή φωνή με τη αξεπέραστη άρθρωση δεν αφήνει κενά πουθενά.
Το λαϊκό τραγούδι, η λαϊκή και ρεμπέτικη αυτή φωνή απογειώνει το έργο του Ρίτσου.
Μόνο μια λαϊκή φωνή σαν αυτή αποτυπώνει το δράμα τής μάνας που χάνει τον μονάκριβό της.
Ο άλλος μεγάλος ογκόλιθος της ηχογράφησης αυτής, ήταν ο Μανώλης Χιώτης. Ο βιρτουόζος του μπουζουκιού, ο άνθρωπος που άλλαξε το όργανο σε παίξιμο και τεχνική έδωσε στον Μίκη τη ταυτότητα του ήχου, τη λαϊκή και ξεκάθαρη πενιά.
Ορίζει και επισφραγίζει, απ’ την αρχή ως το τέλος τον δίσκο με τον μοναδικό του τρόπο και τα περίτεχνα «κόλπα» που μόνο αυτός ήξερε.
Το οξύμωρο είναι πως οι Μπιθικώτσης και Χιώτης δεν πίστεψαν στις πρόβες πως ο δίσκος θα έχει οποιαδήποτε επιτυχία ενώ επιπλέον φοβήθηκαν πως θα γελοιοποιηθούν.
Για αυτούς ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία οι συνθέσεις του Μίκη καθώς το λαϊκό τραγούδι έπαιρνε ποιά άλλη μορφή με τον Επιτάφιο.
Μάλιστα και ο Ρίτσος δεν πίστεψε εξαρχής στην επιτυχία. Όταν κατάλαβε τι ακριβώς είχε δημιουργηθεί δήλωσε: Ήμουν λάθος. Ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους και το έκαναν δικό τους.


Μέχρι πρότινος έλεγα στο Μίκη πως κάθε τέχνη είναι αυτάρκης. Όταν έγραψε ο Μίκης τη μελωδία είπα πραγματικά πως εδώ είναι ο δρόμος να πλησιάσει η ποίηση μέσω της μουσικής ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ποτέ. Κοντολογίς το έργο μουσικά επηρεάζεται από το λαϊκό τραγούδι της εποχής. Απο το Ρεμπέτικο από το ζεϊμπέκικο και το χασάπικο.
Ο συνθέτης μας αφήνει διακριτικά και την εκκλησιαστική μας μουσική παράδοση την οποία είχε δουλέψει πολύ. Τα οκτώ πρώτα τραγούδια ανήκουν στιχουργικά στον Ρίτσο και ξεχωρίζω ανεπιφύλακτα τα: Που πέταξε το αγόρι μου, Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, Χασάπικο και ζεϊμπέκικο αντίστοιχα και Ήσουν καλός ήσουν γλυκός χασαποσέρβικο και το Βασίλεψες αστέρι μου ζεϊμπέκικο.
Η συνέχεια του έργου ανήκει στον Γιώργο Σεφέρη (Επιφάνια) ο όποιος εμπιστεύτηκε τα ποιήματά του στον Μίκη. Ο λυρισμός το ελληνικό τοπίο και η νοσταλγία βρίσκουν τις γλυκές συνθέσεις του συνθέτη. Ο Σεφέρης κλειστός χαρακτήρας δύσκολα εκφραζόταν. Πνιγμένος απο δισταγμούς ως προς την επιτυχία της συνεργασίας του με τον Μίκη «λύθηκε» όταν συνειδητοποίησε πως όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Τέσσερα σπουδαία τραγούδια μπήκαν στην ιστορική αυτή συνεργασία. Στο περιγιάλι το κρυφό, Κράτησα τη ζωή μου, Ανθη της πέτρας, Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές.
Ο Θεοδωράκης μελοποίησε τον Σεφέρη με ένα μοναδικό σκοπό.
Οι δύσκολοι για τις πλατιές μάζες στίχοι του Σεφέρη να γίνουν εύκολα κατανοητοί μέσα απ’ τη λαϊκή μουσική.
Αν μη τι άλλο το κατάφερε και με το παραπάνω. Μάλιστα στην Άρνηση ο ποιητής επιστούσε τη προσοχή του Μίκη στην άνω τελεία στο πήραμε τη ζωή μας λάθος (πριν το λάθος) και αυτό γιατί άλλαζε το νόημα των στίχων.
Βέβαια η ηχογράφηση και η ερμηνεία του Μπιθικώτση έδωσαν στον ελληνικό λαό ένα πολυαγαπημένο και χιλιοτραγουδισμένο τραγούδι ρομαντισμού και πόνου. Η ζωή και η πραγματικότητα φέρνουν τις επιτυχίες και την δόξα.
Η ποίηση δυο τόσο σπουδαίων ποιητών βρήκαν το μουσικό τους καλούπι και αδερφό συνάμα στην «Συνάντηση μουσικών Γιγάντων» Θεοδωράκης, Χιώτης, Μπιθικώτσης.


Αυτό το έργο αποτελεί ορόσημο για τον σύγχρονο πολιτισμό μας.
Συνέδεσε λαϊκό τραγούδι και ποίηση με μεγάλη επιτυχία γιατί είναι ιδιοφυής σύλληψη και αγαπήθηκε πράγματι.
Η βασική ιδέα που κινείται το έργο ως θρήνος δεν αποπροσανατολίζει ως προς κάτι βαρετό. Ο ελληνικός λαός αγκάλιασε το έργο γιατί μίλησε στην καρδιά του και μουσικά και στιχουργικά και αυτός κρίνει τους πάντες και τα πάντα. Ας το μελετήσουμε ξανά γιατί έχει σημασία…

  • Βαγγέλης Τάτσης

    Ευτυχώς που μου βγάλανε το «Ευ» από πολύ μικρή ηλικία γιατί αν και Εύηχο το Ευάγγελος τουλάχιστον για την δεκαετία του 70 που γεννήθηκα, ένα bulling θα το έτρωγα. Ο Φλεβάρης αν και κρύος εγώ γεννήθηκα μέσα στα ζεστά στις 21 του μήνα το σωτήριο έτος 1975 στο Αρεταίειον και οι δικοί μου ποτέ δεν αντιλήφθησαν την τρέλα που θα κουβαλάω, μέχρι που την έκανα καύσιμο γράφοντας κείμενα, άλλοτε θεατρικά, άλλοτε παιδικά και άλλοτε στιχάκια απλά για να μην μου κάνει μούτρα και η κιθάρα μου. Αγαπώ τις θετικές αύρες των παιδιών και τους μεγάλους που δεν μεγαλώνουν ποτέ.

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ads

You May Also Like

Χριστουγεννιάτικο γκαλά Όπερας, στην Αίθουσα Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός

Ο  Σύλλογος Φίλων Κτήματος Τατοΐου για έκτη συνεχή χρονιά διοργανώνει το ετήσιο Χριστουγεννιάτικο γκαλά Όπερας, ...

Chakras της Λίλιαν Δημητρακοπούλου – 2ος Χρόνος

Η θεατρική ομάδα Γης ΜαΔάν παρουσιάζει για δεύτερη φορά το θεατρικό έργο «CHAKRAS» της ...

«Σε μια…Μέρα»: Η καυστική μαύρη κωμωδία του Άλλεν Μπάρτον παίρνει παράταση (Έως 2 Δεκεμβρίου)

Μετά τη συγκινητική προσέλευση του κοινού, ο Τζεφ και ο Νταν θα μας υποδέχονται ...