«Οκτώ ταινίες ορόσημα του Μεταπολεμικού Ελληνικού Κινηματογράφου»: 1. Ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου

Η ηθοποιός- Θεατρολόγος Κατερίνα Μπιλάλη σας προσκαλεί σε μια μοναδική περιπλάνηση με στόχο την ουσιαστική γνωριμία με οκτώ υπέροχες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, τις οποίες έχει επιλέξει για τους αναγνώστες μας. Κάθε βδομάδα θα δίνονται στοιχεία και αναλύσεις για μία από τις ταινίες, ώστε να προκληθεί το ενδιαφέρον για βαθύτερη κατανόηση και σύνδεση με την ελληνική κινηματογραφία.

Η πρώτη ταινία που έχει επιλέξει είναι το «διαμάντι» του Νίκου Κούνδουρου «Ο δράκος».
Ο Νίκος Κούνδουρος ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα σε μια δύσκολη για τη χώρα εποχή, τη μετεμφυλιακή περίοδο. Κατάφερε, μολοντούτο, να συνεργαστεί με τις πιο ανήσυχες πνευματικές προσωπικότητες όπως ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και η Μαργαρίτα Λυμπεράκη και πρόσφερε έναν πρωτοποριακό Ελληνικό κινηματογράφο. Ο Κούνδουρος το 1956 γυρίζει τoν «Δράκο», ο οποίος παρουσιάζει το δράμα ενός σαραντάχρονου τραπεζοϋπάλληλου. Ενός εσωστρεφούς, μοναχικού ανθρώπου (Θωμάς), δίχως αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, του οποίου η ομοιότητά του με έναν “Δράκο” της εποχής, τον κάνει να μπλεχτεί, άθελά του, στα γρανάζια του υποκόσμου, μέχρι να αποκαλυφθεί η ταυτότητά του και να έχει τραγικό τέλος, πεθαίνοντας μαχαιρωμένος.
Η δράση του «Δράκου» τοποθετείται σε ένα αστικό τοπίο· συγκεκριμένα στην πόλη του Πειραιά και τα καταγώγιά του. Ωστόσο, έχουμε ενδείξεις ότι ο Θωμάς περιφέρεται και σε περιοχές της πρωτεύουσας. Αναμφίβολα όμως πρόκειται για μία πόλη σκοτεινή και εγκαταλελειμμένη, όπου είναι διάχυτη η φτώχεια και η δυστυχία. Με κακοφτιαγμένους δρόμους, γεμάτους λακκούβες, πάνω στους οποίους κινούνται ελάχιστα Ι.Χ. αυτοκίνητα, αλλά πολλά φορτηγά, άμαξες και κάρα που σέρνουν υποζύγια.
Η δεκαετία του 1950 είναι μια εποχή δύσκολη για τη χώρα, καθώς ο Εμφύλιος έχει στείλει την τρομοκρατημένη επαρχία στα αστικά κέντρα. Όπως αναφέρει ο σκηνοθέτης: «Κάθε δευτερόλεπτο του Δράκου, κάθε κίνηση, κάθε φράση του, ήτανε μια παραπομπή στην ασφυκτική ελληνική κοινωνία που γεννήθηκε μετά τον εμφύλιο». Οι πλατείες και οι δρόμοι κατακλύζονται από τη φτωχολογιά. Πλανόδιοι εφημεριδοπώληδες, αφισοκολλητές, υπαίθριοι μικροπωλητές, λούστροι, επαίτες μουσικοί και εργατοϋπάλληλοι που στριμώχνονται στις στάσεις των λιγοστών λεωφορείων και εν συνεχεία στοιβάζονται σε αυτά.

Το έργο ξεκίνησε ως σάτιρα της ελληνικής κοινωνίας και κατέληξε ένα υπαρξιακό δράμα, ένα πολιτικό έργο, εμπεριέχοντας και στοιχεία θρίλερ. Ως ταινία είναι πυκνή και σκιαγραφεί αμέσως τον ήρωα και η αφήγηση φτάνει γρήγορα στο κρίσιμο δραματουργικό σημείο.

Ο Κούνδουρος επηρεάστηκε από τον ιταλικό νεορεαλισμό, με πρωτοπόρους το Ρομπέρτο Ροσελίνι και το Βιτόριο ντε Σίκα. Απεικονίζει τη μιζέρια και την ένδεια των φτωχογειτονιών με απολύτως ρεαλιστικό τρόπο. Αυτή η καταγραφή απώθησε τη μυθοπλασία και τους ήρωες να γίνουν οι πρωταγωνιστές της ταινίας, όπως γινόταν μέχρι τότε. Επίσης, παρατηρούμε επιρροές και από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, τα αποκαλούμενα φιλμ νουάρ, τις ταινίες τρόμου και μυστηρίου, τις γκανγκστερικές ταινίες.

Στον τομέα της εικονοποιίας παρατηρούμε ότι ο Κούνδουρος έχει μια εμμονή στα γκρο-πλαν των ηθοποιών. Χάρη στο επιβλητικό φωτιστικό κλίμα του Θεοδωρίδη, πλάθεται μια ζοφερή ατμόσφαιρα, με έντονες φωτοσκιάσεις και σκληρά κοντράστα στα μαύρα και στα λευκά. Οι φωτιστικές εστίες σχηματίζονται σπάνια, απλώς και μόνο για να προσδώσουν μία επιπλέον δόση μυστηρίου, τονίζοντας τα πρόσωπα των ηρώων. Κάτι που ως τεχνοτροπία είναι καινούργια για την εποχή. Πρωτοποριακά είναι και τα καδραρίσματά του, τα οποία είναι πολύ πυκνά, σαν να είναι ζωγραφικοί πίνακες, αλλά και η αντιστροφή του πλάνου με τη χρήση του καθρέφτη.

Η πρόσληψη του «Δράκου», όταν προβλήθηκε στους κινηματογράφους «Ρεξ» και «Αττικόν», από τους θεατές και τους κριτικούς, ήταν διττή. Οι περισσότεροι λόγω έλλειψης πληροφόρησης γύρω από την παγκόσμια παραγωγή αλλά και λόγω του λαϊκισμού της Αριστεράς, προπηλάκισαν την ταινία με σφυρίγματα και αποδοκιμασίες στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τους ηθικολόγους της εποχής τούς πρόσβαλε η –κατά την άποψή τους– αποθέωση του υπόκοσμου, η διαπόμπευση του Ιερού Ευαγγελίου, η λεβεντιά κάποιων “χασικλήδων”. Κάποιες –λίγες– φωνές υπερασπίστηκαν την ταινία, όπως αυτή του Μάριου Πλωρίτη, ο οποίος υποστηρίζει ότι «μετατάσσει τον ελληνικό κινηματογράφο από τον παιδισμό στην ωριμότητα».
Φυσικό ήταν αυτή η αποτυχία να επηρεάσει τον σκηνοθέτη, ο οποίος θα δηλώσει ότι εγκαταλείπει το εξπρεσιονιστικό ύφος, το οποίο οι θεατές φαίνεται ότι δεν κατάλαβαν, αφού ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι με τον αμερικανικό κινηματογράφο. Η εμπορική της αποτυχία έθεσε “υπό απαγόρευση” τον σκηνοθέτη να κάνει και άλλη ταινία για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Στο εξωτερικό η πρόσληψη ήταν τελείως διαφορετική. Στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1956 θεωρήθηκε μία από τις καλύτερες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου και οι κριτικές ήταν διθυραμβικές από τις εφημερίδες The Times στο Λονδίνο, Il Giorno στο Μιλάνο, Neve Zurcher Zeitung στη Ζυρίχη, Telecine στο Παρίσι κ.ά.. Η δικαίωση της ταινίας στην Ελλάδα ήρθε δέκα χρόνια αργότερα με την απόφαση ενός τολμηρού αιθουσάρχη να τη βγάλει προς το τέλος της Χούντας. «Ο Δράκος» ήταν η πρώτη και η μοναδική –για χρόνια– ταινία που αγοράστηκε από το Μουσείο Κινηματογράφου στο Παρίσι.
Ο «Δράκος» έχει μια πρωτότυπη σύλληψη. Είναι μια ταινία που πήγε κόντρα σε όλα στην εποχή της. Ανέτρεψε τον τρόπο γυρίσματος και την υπόκριση των λαϊκών ηθοποιών. Κινείται ανάμεσα στον νεορεαλισμό και τον εξπρεσιονισμό, εξυπηρετώντας την εικαστική αναζήτηση του σκηνοθέτη Κούνδουρου. Γι’ αυτό και θεωρείται η πρώτη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου που ξέφυγε από τον καθαρά ψυχαγωγικό και εμπορικό χαρακτήρα των ταινιών της δεκαετίας του 1950, σηματοδοτώντας την απαρχή του επονομαζόμενου νέου ελληνικού κινηματογράφου.

Ο Δράκος

Σκηνοθέτης: Νίκος Κούνδουρος
Σενάριο: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ηθοποιοί: Ντίνος Ηλιόπουλος, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Γιάννης Αργύρης, Θανάσης Βέγγος, Θεόδωρος Ανδρικόπουλος, Μαρίκα Λεκάκη, Φρίξος Νάσου, Κώστας Σταυρινουδάκης, Μανώλης Βλαχάκης, Ανέστης Βλάχος, Ανδρέας Ντούζος, Ζαννίνο, Σάββας Καλατζής, Νότης Πιτσιλός, Νίκος Τσαχιρίδης, Αλέκος Τζανετάκος
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κώστας Θεοδωρίδης
Μοντάζ: Νίκος Κούνδουρος
Ήχος: Μικές Δαλαμάς
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Καλλιτεχνική διεύθυνση: Τάσος Ζωγράφος, Παναγιώτης Παπαδόπουλος
Κοστούμια: Ντένη Βαχλιώτη
Μακιγιάζ: Νίκος Βαρβέρης

Αρθρογράφος: Κατερίνα Μπιλάλη

*Η Κατερίνα Μπιλάλη είναι Ηθοποιός, Θεατρολόγος και Θεατρική Μεταφράστρια. Είναι αριστούχος απόφοιτη του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και πτυχιούχος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών (1999). Έχει παρακολουθήσει διάφορα επιμορφωτικά σεμινάρια με αντικείμενο τη Θεατρική Τέχνη πάνω στο αυτοσχεδιαστικό, σωματικό και ψυχολογικό θέατρο, αλλά και στον Χορό. Μιλάει Αγγλικά και Ιταλικά.
Έχει λάβει μέρος σε περισσότερες από 30 παραστάσεις, συνεργαζόμενη με το Εθνικό Θέατρο, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης και Ιωαννίνων, αλλά και με πολλούς θιάσους του ελεύθερου θεάτρου.
Στην τηλεόραση έχει λάβει μέρος ως ηθοποιός σε αρκετά σίριαλ αλλά και ως παρουσιάστρια σε τηλεπαιχνίδι του Ant-1.
Έχει μεταφράσει το θεατρικό έργο Ντόκτορ Τσέχωφ του Νηλ Σάιμον, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηριδανός.

Tags:

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ads

You May Also Like

Στο «σφυρί» οι ιστορικοί κινηματογράφοι Αττικόν και Απόλλων, στη Σταδίου

Το αρχικό εκλεκτικιστικό κτίριο, στο οποίο στεγάζεται το Αττικόν, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1870-1881, βάσει σχεδίων ...

No Time to Die: O Τζέιμς Μποντ ξόδεψε 60.000 ευρώ για 32.000 λίτρα coca-cola

Ότι το περιβόητο αναψυκτικό είναι κατάλληλο για διάφορες χρήσεις, όπως να καθαρίσετε τη σκουριά ...

«Έφυγε» το «χρυσό κορίτσι» του Τζέιμς Μπόντ, Μάργκαρετ Νόλαν

Πέθανε η ηθοποιός, Μάργκαρετ Νόλαν, η οποία ήταν το θρυλικό «χρυσό» κορίτσι του Τζέιμς ...

To sequel του «Ps I love you» είναι γεγονός

Είναι μια μέρα που πολλοί πιστεύουν ότι δεν θα ερχόταν ποτέ, αφού το sequel ...

Δείτε την πρώτη χριστουγεννιάτικη ταινία που γυρίστηκε το 1898

Υπάρχουν δεκάδες χριστουγεννιάτικες ταινίες, πολλές από τις οποίες έγιναν μεγάλες εμπορικές επιτυχίες και έχουν ...

Γιάννης Σπανός: Tango 2001 (1973) – Aνέκδοτο ost

Ο Ελληνικός κινηματογράφος, από το 1970, έπειτα από μια εικοσαετή «χρυσή περίοδο» γεμάτη επιτυχίες, ...