» Η τετράς του Πειραιά»

Πειραιάς.. Το μεγάλο λιμάνι,το επίνειο της πρωτεύουσας. Εκεί που έσμιξαν οι πόνοι και οι καημοί των Μικρασιατών προσφύγων με τους ντόπιους Πειραιώτες. Από τα μισά της δεκαετίας του 20′ πήρε σιγά σιγά μορφή το Ρεμπέτικο τραγούδι.

του Μανόλη Ρασσιά
Στα καφενεία, στους τεκέδες στα κέντρα της εποχής γεννήθηκε η απαρχή του λαϊκού τραγουδιού.
Δεκαετίες αργότερα μελετητές της εποχής αυτής,την απαρχή αυτή την βάφτισαν, Ρεμπέτικο.
Βέβαια ο όρος «ρεμπέτης» ήταν ευρέως διαδεδομένος στα στέκια του Πειραιά αλλά οι ίδιοι οι δημιουργοί του, δεν είχαν συνειδητοποιήσει τον όρο και τη σημασία του.
Σε συνέντευξή του ένας απο τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου ο Δημήτρης Μπαγιαντέρας (1903-1985)δήλωνε «Ανήκω στη λαϊκή μούσα. Απο εφηβική ηλικία άκουγα τη λέξη ρεμπέτης όμως τι εστί δεν γνωρίζω. Εζησα τον υπόκοσμο και για εμένα ρεμπέτης σημαίνει ο λαϊκός άνθρωπος που βάζει την ουρά του παντού.» Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Γκόγκος.


Αριστερών πεποιθήσεων οργανώθηκε στην κατοχή στο ΕΑΜ. Συνέθεσε τις διαχρονικές επιτυχίες «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου, Χατζηκυριάκειο (Απο βραδίς ξεκίνησα) ξεκινά μια ψαροπούλα.»
Στάθηκε άτυχος καθώς τυφλώθηκε απο αβιταμίνωση στα 1941 την ώρα που έπαιζε πάνω στο πάλκο.
Με καταγωγή τον Πόρο και τη Ύδρα συνεργάστηκε με τα ιερά τέρατα του ρεμπέτικου.

Απο μικρή ηλικία παίζει κιθάρα βιολί μαντολίνο ακορντεόν. Το Μπαγιαντέρας του έμεινε ως παρατσούκλι αφού διασκεύασε στο μπουζούκι του,την οπερέτα «Μπαγιαντέρα»του Εμεριχ Κάλμαν. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Στέλιος Κερομύτης σπουδαία μορφή κι’αυτός του λαϊκού πενταγράμμου:  Ρεμπέτης πάει να πεί, γλεντζές, ιππότης, καλόκαρδος «ωραίος» μάγκας δηλαδή.


Σέβεται οικογένεια φίλους δεν πειράζει κανέναν. Το ρεμπέτικο είχε αίσθημα ότι γράφαμε το νιώθαμε.
Γέννημα θρέμμα του Πειραιά, ξετυλίγει το κουβάρι της ιστορίας για την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία που δημιουργήθηκε στα μέσα του 1934.
Πρόκειται για τη Ξακουστή «Τετράς του Πειραιά». Σχήμα το όποιο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και καθόρισε εν πολλοίς την εξέλιξη του είδους.
Με φωνάζει ο Μάρκος και μου λέει: «Μου κάνει μια πρόταση ο Κερατζάκης και μου λέει να παίξουμε στην «Ανάσταση».
Να σημειώσω εδώ πως «Ανάσταση» θεωρείται περιοχή της Κοκκινιάς.
«Ο Κερατζάκης γείτονάς μου παλιός είχε ανοίξει καφενείο εκεί, ερημιές τότες. Να πάμε να παίξουμε εκεί» τον ρωτά ο Μάρκος.

Εγώ (Μάρκος Βαμβακάρης) εσύ (Στέλιος Κερομύτης) ο Μπάτης ο Ανέστης και να βάλουμε και μια κιθάρα, απόσπασμα απ’το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Να συλληφθεί το Ντουμάνι».
Στη συνέχεια ο Κερομύτης αποχωρεί απο το σχήμα και τη θέση του παίρνει ο Στράτος Παγιουμτζής, ο άνθρωπος που τραγούδησε στο πάλκο πάμπολλα τραγούδια του Βαμβακάρη.

Η φήμη του έχει φτάσει σε όλο τον Πειραιά. Ο λαιμός του είχε «φωλιές απο αηδόνια» έλεγαν όσοι τον είχαν ακούσει. Γεννήθηκε στο Αιβαλί της Μ.Ασίας το 1904 και πέθανε πάνω στο πάλκο, το 1971 στη Νεα Υόρκη.


Περίπου το 1932 έχουν ξεκινήσει τις ηχογραφήσεις στην Ελλάδα οι δημιουργοί του νέου ρεμπέτικου.
Πιο πριν οι ηχογραφήσεις γίνονται στο εξωτερικό όπου και κυριαρχεί το Σμυρνεικο τραγούδι απ’το 22 και μετά. Το τέλος της περιόδου αυτής βρίσκει στον Πειραιά μια μαγιά ανθρώπων που βγάζουν στο μπουζούκι τη ζωή που βιώνουν.
Φτώχεια, βάσανα,  έρωτες, ναρκωτικά μια διαρκής πάλη επιβίωσης ανάμεσα σε εγκληματίες, πόρνες και νταήδες στον Πειραιά, όπου χτυπά η καρδιά της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης της χώρας η οποία μόλις αρχίζει να σχηματίζεται, ενώ παράλληλα η πρωτεύουσα δέχεται και το κυρίως κύμα των Μικρασιατών προσφύγων στα 1922.


Έτσι το Μπουζούκι το επιβάλει ο Μάρκος Βαμβακάρης. Με τη δωρική φωνή του και το αυθεντικό του ταλέντο στη σύνθεση αξεπέραστες μελωδίες ακούγονται στα Πειραιώτικα στέκια. Ο δημιουργός της Φραγκοσυριανής, επηρεάζει όλη τη τετράδα με το μπουζούκι του. Μεγάλη μορφή της παρέας αυτής ο Γιώργος Μπάτης (Τσώρος) πραγματικό όνομα.
Ήταν ο «νονός» του σχήματος και συνθέτης του υπέροχου «Γυφτοπούλα στο Χαμάμ». Πλακατζής και άκρως σατιρικός με την υψηλή κοινωνία της εποχής, δημιουργεί το καφενείο «Ζωρζ Μπατέ» κάπου το 1931 όπου έμεσα αυτοσατιρίζεται ο ίδιος με το όνομα του μαγαζιού και παράλληλα ρίχνει τα «καρφιά» του στον αστικό περίγυρο τον οποίο απεχθάνεται. Λάτρης της μουσικής συλλέγει μουσικά όργανα και τα έχει στο καφενείο του (τεκέ κατά πολλούς) μπουζούκια, μπαγλαμάδες κιθάρες. Εκεί θα συναντηθούν πολλοί μουσικοί και θα εδραιωθεί η γέφυρα του νέου ρεμπέτικου που γεννά ο Πειραιάς. Ο Μπάτης βιρτουόζος του μπαγλαμά μαθαίνει το όργανο στις στρατιωτικές φυλακές καθώς λιποτακτούσε συχνά. Στο ελληνικό στρατό απ’ το 1908 ως το 1920 βίωσε βαλκανικούς πολέμους και μικρασιατική εκστρατεία.


Τη μουσική παρέα συμπλήρωσε ο Ανέστης Δελιάς η Ανεστάκι.
Τραγική φιγούρα πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης το καλοκαίρι του 1944 στην Αθήνα. Είδε το φώς της ζωής στη Σμύρνη του 1912 και απ’τα οχτώ του χρόνια βρέθηκε στη Δραπετσώνα. Απο μικρός παίζει κιθάρα και μυείται και αυτός στο μπουζούκι όπως οι περισσότεροι στα τέλη του 20.
Αν ο Παγιουμτζής έκανε εξορία στη Σίφνο για χρήση ναρκωτικών αυτός θα κάνει εξορία στην Ιο, το 1938.
Επιτυχίες του τα «Αθηναίισα», Ο πόνος του «πρεζάκια», «Μες της πόλης το Χαμάμ».
Όλοι αυτοδίδακτοι στο μπουζούκι και τον μπαγλαμά δημιουργούν την έννοια των ζωντανών εμφανίσεων στα κέντρα της εποχής. Παίρνουν μαθήματα μουσικά απ’ ανθρώπους δύστροπους οι οποίοι δύσκολα φανερώνουν τα μυστικά των οργάνων. Παρά τις δυσκολίες δημιουργούν την κλασική περίοδο του ρεμπέτικου απ’το 1932 ως τη κήρυξη του πολέμου. Στίχοι και μουσική απεικονίζουν μια Ελλάδα που προσπαθεί να βρεί τα πατήματά της στη Νέα εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και την άρον άρον υποδοχή ενός εκατομμυρίου και κάτι Ελλήνων Μικρασιατών προσφύγων.
Το μπουζούκι κυνηγήθηκε όπως και οι στίχοι του εν λόγω είδους. Η λογοκρισία του Μεταξά άλλαξαν τα δεδομένα αλλά όχι την ουσία.
Οι βάσεις του λαϊκού τραγουδιού είχαν μπει…

  • Βαγγέλης Τάτσης

    Ευτυχώς που μου βγάλανε το «Ευ» από πολύ μικρή ηλικία γιατί αν και Εύηχο το Ευάγγελος τουλάχιστον για την δεκαετία του 70 που γεννήθηκα, ένα bulling θα το έτρωγα. Ο Φλεβάρης αν και κρύος εγώ γεννήθηκα μέσα στα ζεστά στις 21 του μήνα το σωτήριο έτος 1975 στο Αρεταίειον και οι δικοί μου ποτέ δεν αντιλήφθησαν την τρέλα που θα κουβαλάω, μέχρι που την έκανα καύσιμο γράφοντας κείμενα, άλλοτε θεατρικά, άλλοτε παιδικά και άλλοτε στιχάκια απλά για να μην μου κάνει μούτρα και η κιθάρα μου. Αγαπώ τις θετικές αύρες των παιδιών και τους μεγάλους που δεν μεγαλώνουν ποτέ.

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ads

You May Also Like

«Μπλε» του Ντέιβιντ Νεγρίν

Το «Μπλε», επιστρέφει στο Θέατρο Olvio, από τις 18 Ιανουαρίου  και κάθε Παρασκευή στις ...

«Ο καιρός των χρυσανθέμων» του Μάνου Ελευθερίου στο Θέατρο Άλφα.Ιδέα

Μετά την εντυπωσιακή πρεμιέρα (με δύο sold out παραστάσεις) στο Θέατρο «Απόλλων» της Σύρου, ...

«Δύο Γυναίκες Χορεύουν» στο Θέατρο Μεταξουργείο

Το έργο «Δυο γυναίκες χορεύουν», του Καταλανού συγγραφέα Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ, που ...

ΣΑΪΝΟΠΟΥΛΕΙΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΣΠΑΡΤΗΣ

Το Σαϊνοπουλείου Ίδρυμα και το Νομικό Πρόσωπο Πολιτισμού και Περιβάλλοντος Δήμου Σπάρτης μας προσκαλούν και φέτος στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο για  ...