Ο κ. Κλέωνας και μια φωνή από το παρελθόν

Γιατί δεν πιστεύεις στο κάτι παραπέρα από αυτό που βλέπουν τα μάτια σου; Γιατί δεν έχεις ανοιχτούς ορίζοντες και πιο ανοιχτό μυαλό;

Τώρα με αυτά θα ασχολούμαστε; Είναι ποτέ δυνατόν να δώσουμε βάση σε θρυλούμενες καταστάσεις και φαντασιώσεις; Από την άλλη θα μου πείτε πως είσαι τόσο απόλυτος; Γιατί δεν πιστεύεις στο κάτι παραπέρα από αυτό που βλέπουν τα μάτια σου; Γιατί δεν έχεις ανοιχτούς ορίζοντες και πιο ανοιχτό μυαλό; Άλλωστε για όλα αυτά έχουν μιλήσει εκτός από την παράδοση μας, και πολλοί άλλοι άνθρωποι. Επιστήμονες, άνθρωποι με γνώση και πείρα σε τέτοια ζητήματα και πολλοί άλλοι βεβαίως-βεβαίως. Οπότε κάτσε στη γωνιά σου και άκουσε τι έχει να σου πει και η από εκεί πλευρά. Και ποιος ξέρει μπορεί να μάθουμε και πράγματα που ούτε τα φανταζόμαστε. Αλλά μπορεί και όχι. Ποτέ δεν ξέρεις!

Ποιος κι από πού ερχόταν αυτήν τη σκοτεινή ώρα της απόλυτης ηρεμίας να μας συνταράξει και να γεμίσει φόβο και τρόμο τις υπάρξεις μας; Ένα παγωμένο, κρύο χέρι ακούμπησε το δικό μου, κάνοντάς με να ριγήσω σύγκορμος. Ένα μικρό τίναγμα του ποδιού μου, σαν να με πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα, ήταν αρκετό για να με κάνει να κουκουλωθώ κάτω από το πάπλωμα. Ένα ουρλιαχτό έσκισε την ησυχία της νύχτας, πρώτες ημέρες του 2019. Μια κραυγή απλώθηκε σε όλο το σπίτι, κάνοντας τα πάντα να φαντάζουν απόκοσμα και ανατριχιαστικά. Ποιος μας τάραζε τη γαλήνη του ύπνου μας; Ποιος; «ΑΑΑΑΑΑΑΑ! Βοήθεια. Κλέωνα βοήθεια!», ούρλιαξε η Τούλα. «Σιγά, ηρέμησε Τούλα μου. Τι έπαθες;». «Ήρθε. Ήρθε πάλι». «Ποιος ήρθε; Καλέ εσύ τρέμεις ολόκληρη. Είσαι καλά;». «Κλέωνα, ήρθε σου λέω. Μου μίλησε». «Ποιος καλέ; Θα με τρελάνεις, όνειρο είδες!». «Ναι, ναι όνειρο αλλά ζωντανό, όχι αστεία. Σε παρακαλώ αγάπη μου φέρε μου λίγο νερό. Τρέμω». Της πήγα το νερό, της έφτιαξα κι ένα ζεστό γιατί έτρεμε σαν ψοφόσκυλο και μου είπε τα ακόλουθα. «Άκου Κλέωνα, είναι μέρες τώρα, τι μέρες βδομάδες και βάλε, που μου συμβαίνουν αυτά. Δεν σου έχω πει τίποτα για να μη σε τρομάξω». «Ναι αλλά έτσι με τρομάζεις περισσότερο, δεν το καταλαβαίνεις;». «Έχεις δίκιο αλλά μου είπε να μην πω τίποτα, και σε κανέναν». «Ποιος σου είπε και τι;». «Ο θείος μου ο Ευριπίδης. Έτσι μου είπε, να μην πω κουβέντα». «Ώπα, ώπα ένα λεπτό. Ποιος;». «Ο θείος ο Ευριπίδης». «Που έχει πεθάνει είκοσι χρόνια τώρα». «Ξαναγύρισε». «Από πού;». «Από τον άλλο κόσμο. Με επισκέπτεται, συχνάκις και πολλάκις». «Καλά όσο ζούσε δεν πάτησε ούτε μια φορά το πόδι του στο σπίτι μας και τώρα σε επισκέπτεται; Α, δεν πάμε καλά. Καθόλου καλά». «Θέλει να με προειδοποιήσει λέει». «Ο Ευριπίδης; Που μου χρωστάει ακόμα τις πέντε χιλιάδες που τον είχα δανείσει!». «Για αυτό ίσως και να νοιώθει υποχρεωμένος». «Και τι θέλει να σου πει; Περί τίνος πρόκειται;». «θα βοηθήσει είπε. Κάτι έχει στο νου του. Θα μάθω τις επόμενες ημέρες. Μου είπε να έχω υπομονή». «Τούλα θα χάσω εγώ τη δική μου όμως. Πες στον μπάρμπα σου αν θέλει να βοηθήσει να σου πει τίποτα νούμερα του Τζόκερ ή του Λόττο και να αφήσει τα υπόλοιπα. Αυτό μάλιστα ναι, να το θεωρήσω βοήθεια». «Άντε καλέ. Τα πνεύματα δεν ασχολούνται με υλικά θέματα. Είναι υπεράνω». «Βέβαια, υπεράνω, αφού στην πραγματική τους ζωή σε έχουν φεσώσει, μετά είναι υπεράνω. Άει παράτα μας και πέσε και κοιμήσου. Θα με τρελάνεις νυχτιάτικα». «Αν έρθει θα του το πω». «Αν έρθει να του πεις να σου αφήσει και το πεντοχίλιαρο». Την πέσαμε κανονικώς και συνεχίσαμε τον ύπνο μας μακαρίως και τουμπανίως. Δεν πέρασε λίγη ώρα, ακούω κάποιος να χτυπά την πόρτα. «Τούλα, Τούλα!» φωνάζω, τίποτα η Τούλα σε βαθύ λήθαργο. Άσ’ την σκέφτηκα ταλαιπωρήθηκε προηγουμένως, θα πάω να δω μόνος μου ποιος είναι. Δεν πρόλαβα να φτάσω στο σαλόνι, ανοίγω το φως και βλέπω τον θείο Ευριπίδη θρονιασμένο στον καναπέ να τρώει τα φυστίκια και τα στραγάλια που είχαμε αφήσει από το βράδυ. «ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΚΑ ΣΚΟΡΠΑ. ΘΕΙΕ!». «Κάτσε Κλεώνα πρέπει να μιλήσουμε». «Και τι έχουμε να πούμε εμείς οι δυο;». «Πολλά. Πρέπει να με ακούσεις. Έχεις χρέος». «Με συγχωρείς αλλά εσύ έχεις χρέος πέντε χιλιάδες δραχμές από το 1990». «Μη γίνεσαι βλάσφημος με εμάς τα πνεύματα». «Συγνώμη, δεν θα επαναληφθεί. Σας ακούω». «Παιδί μου Κλέωνα, επισκέπτομαι συχνά-πυκνά την Τούλα και προσπαθώ να την ενημερώσω αλλά αυτή δεν καταλαβαίνει». «Ε, είστε σόι για αυτό, και με το συμπάθειο αλλά δεν στροφάρετε και πολύ». «Συνεχίζεις να βλασφημείς». «Pardon». «Όπως σου έλεγα, η Τούλα δεν ακούει. Εσύ όμως πρέπει να δώσεις προσοχή». «Είμαι όλος αυτιά». «Βάλε μου ένα ουίσκι, να τα πούμε καλύτερα. Από το καλό. Αυτό που έχεις πίσω-πίσω». «Όλα τα ξέρεις θείε!». «Τι πνεύμα είμαι αν δεν τα ξέρω». «Ορίστε το ουίσκι σας, πνεύμα», του είπα και κωλοκάθισα να ακούσω τα χαμπέρια του. «Λοιπόν πρέπει να προετοιμαστείτε. Εγώ θα σου δώσω οδηγίες για το τι πρέπει να κάνεις, κι εσύ θα πρέπει να τις ακολουθήσεις πιστώς και απαρεγκλίτως». «Ακούω». «Όπως ξέρεις φαντάζομαι, οσονούπω έρχεται το τέλος του κόσμου». «Άντε καλέ. Σαχλαμάρες. Αφού είπαν ότι είναι μπούρδες όλα αυτά. Δεν ισχύουν». «Σοβαρέψου και άκου». «Το τέλος θα έρθει. Το έχουμε κανονίσει». «Ποιοι το κανονίσατε;». «Όλα εμείς τα πνεύματα και κάμποσοι άλλοι που δεν ξέρεις». «Τι μου λες! Και τι θα γίνει τώρα;». «Το τέλος που θα έρθει, δε θα έρθει για όλο τον κόσμο Κλέωνα». «Α, σαν να μη μου τα λες καλά θείε Ευριπίδη! Δηλαδή οι μισοί θα τελέψουμε και οι άλλοι μισοί θα περάσουν ζάχαρη;». «Το τέλος είναι για μερικούς». «Κάνε το λιανά γιατί με μπερδεύεις κομμάτι». «Κλέωνα σου μιλάω πολύ καθαρά. Θα καταστραφεί η Ελλάδα και κάτι ψιλά. Οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν ως έχουν». «Μα πας καλά μπάρμπα; Γιατί η Ελλάδα μόνο;». «Όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά και οι νήσοι Ουαλίς και Φουτουνά εις το μέσον του Ειρηνικού καθώς και ο πλανήτης YMCA69 στον αστερισμό των Χωρικών». «Και οι υπόλοιποι ως έχουν;». «Ακριβώς». «Και γιατί παρακαλώ αυτός ο διαχωρισμός;». «Γιατί δε βάζετε μυαλό. Είστε εντελώς άχρηστοι. Έχετε καταντήσει ο περίγελος του υπερπέραν. Δεν σας μπορούν ούτε οι ζωντανοί, ούτε οι νεκροί, ούτε οι εξωγήινοι. Πρέπει να τελειώνετε μιας και δια παντός». «Ε;». «Αυτό που ακούς. Χαλάτε και την πιάτσα εδώ πάνω. Κάτω. Τέλος πάντων όπου είμαστε εμείς. Δεν το καταβαίνετε! Τόσο χαζοί είστε;». «Και καλά εμείς. Οι νήσοι Ουαλίς και Φουτουνά γιατί;». «Να, σας βάλαμε και κάτι εξωτικό μαζί να μη νοιώθετε ριγμένοι. Άλλωστε είναι γαλλική αποικία, αποκτάτε πρεστίζ στον αγύριστο που θα πάτε». «Και καλά τι κάναμε τέλος πάντως και αξίζουμε μια τέτοια τύχη ρε θείε;». «Ακριβώς αυτό. Δεν κάνετε τίποτα. Κάθεστε και τρώτε φυστίκια όπως εγώ τώρα που είμαι πεθαμένος άνθρωπος. Οπότε αφού φέρεστε ως νεκροί, κι εμείς θα σας τελιώσουμε». «Γιατί όμως; Γιατί;». «Γιατί είστε ανάξιοι. Σας έχουνε καταρημάξει, γυρνάτε στους δρόμους άστεγοι, σας πέρνουν τα σπίτια, τις δουλειές, το μέλλον, το βίος σας κι εσείς χαίρεστε που οι τραπεζίτες θα πάρουν χρήματα από τη δόση που εγκρίνεται κάθε τόσο και από το μνημόνιο που τάχατε βγαίνετε. Λες κι εσείς θα πάρετε μια. Τίποτα δεν θα πάρετε. Γιατί χαίρεστε;». «Μα θα γίνει επανεκίνηση της οικονομίας. Θα έχουμε ένα καλύτερο αύριο». «Και ποιος σταμάτησε ρε Κλέωνα την οικονομία; Ποιος σας έφτασε έως εδώ; Μήπως οι ίδιοι για τους οποίους χαίρεστε;». «Ναι αλλά… ο Στουρνάρας, ο Τσίπρας, είπαν ότι ….». «Ο Στουρνάρας έχει τη βιλίτσα του στη Σύρο δίπλα στην πρώην Παπαντωνίου και δεν πρόκειται να τη χάσει στον αιώνα τον άπαντα. Ο άλλος βλέπεις την έχασε γιατί δεν ήταν και τόσο προσεχτικός, μεγάλη φαγάνα ο άτιμος. Ενώ εσύ πολύ πιθανόν θα χάσεις και τ’ αυγά και τα πασχάλια. Κι όχι μόνο. Για αυτό είστε όλοι για τον έξω από ‘δω. Αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σας δεχτεί κι αυτός». «Κι εγώ τι να κάνω με την Τούλα;». «Εσύ δυο επιλογές έχεις. Πρώτον είτε πας μετανάστης και την κοπανάς με ελαφρά πηδηματάκια και κάνεις αντίσταση εκ του μακρόθεν ή δεύτερον …». «Ή;». «Ή κάθεσαι και πολεμάς ρε ζαγάρι ν’ αλλάξεις την κατάσταση. Για τα κόκκαλά μου. Τα δικά μου. Του πατέρα σου. Του Καραϊασκάκη, του Αχιλλέα, της Μπουμπουλίνας, όλων που πολέμησαν για κάτι. Για τα παιδιά που δεν έχεις αλλά έχουν οι άλλοι. Αλλιώς μέλλον δεν έχεις. Ούτε εσύ ούτε κανείς σας. Και μην αρχίσεις με τα πετρέλαια και τους υδρογονάνθρακες ότι θα πλουτίσει η Ελλάδα, γιατί με τέτοιους «φτωχούς» κατοίκους καμιά χώρα δεν μπορεί να γίνει πλούσια. Να δραστηριοποιηθείς. Να ξυπνήσεις ρε κοιμισμένε! Τα περιμένετε όλα από τους άλλους. Κούνα τον κώλος σου Κλέωνα! Στην Ελλάδα τελικά «κουνάτε» όλοι τον κώλο σας αλλά για λάθος λόγους. Γεια σου», αυτά είπε το πνεύμα-Ευριπίδης και εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από εμπρός μου. Ε, ρε φωτιά που άναψε ο πεθαμένος! Κίνησα να πάω στο κρεβάτι, αλλά σε κλάσμα δευτερολέπτου πετάχτηκα όρθιος από αυτό. ΑΑΑΑΑΑΑΑ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥΛΑ. ΒΟΗΘΕΙΑ. «Τι έπαθες Κλεώνα;». «Ο θείος σου ο Ευριπίδης!». «Τι έπαθε ο πεθαμένος, μη με σκιάζεις καλέ!». «Εσύ δεν μου είπες ότι τον βλέπεις και σου μιλάει κλπ κλπ κλπ». «Εγώ τον μπάρμπα μου; Πας καλά Κλέωνα; Εδώ δε βλέπω άλλους κι άλλους στον ύπνο μου. Μέρες προσπαθώ να δω τον Ryan Gosling, έτσι δεν τον λένε; και δεν μπορώ, τον Ευριπίδη θα έβλεπα! Έλα στα συγκαλά σου. Όνειρο έβλεπες. Όλα ήταν ένα όνειρο. Κοιμήσου». «Ναι αλλά μου είπε κάτι σωστά ρε Τούλα. Ξέρω κι εγώ τι να πω; Τι να πιστέψω;». «Έτσι κάνουν οι πεθαμένοι και τα φαντάσματα, λένε σωστά και μετά την κοπανάνε. Τίποτα να μη πιστέψεις. Όλα είναι ψέμματα. Εσύ κοίτα τη δουλειά σου και μην πιστεύεις σε αυτά. Είναι όλα πλανέματα του μυαλού». «Ναι αλλά πρέπει να αντιδράσουμε. Κάτι να κάνουμε. Αλλιώς θα μας πάρει διάολος όλους». «Ούτως ή άλλως θα μας πάρει. Μη χολοσκάς. Τώρα που πήραμε τις δόσεις και βγήκαμε από τα μνημόνια μη φοβάσαι τίποτα». «Τώρα είναι που φοβάμαι Τούλα. Τώρα είναι. Γιατί δόση στη δόση, και έξοδο στην έξοδο, έχουμε καταντήσει εξαρτημένοι. Εξαρτημένοι από αυτούς που τη μοιράζουν. Και ξέρεις πως φέρονται στους εξαρτημένους οι dealers; Ξέρεις ποιο είναι το τέλος τους ε;». «Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Ρώτα κάποιον που να ξέρει από αυτά. Άσε να κοιμηθώ κι έχω να βάλω γίγαντες αύριο». «Μωρέ ξέρω και παραξέρω. Κοιμήσου εσύ κι εγώ θα μιλήσω με τον κατάλληλο. Με τον καταλληλότερο για αυτά». «Και ποιον βγάλανε τα γκάλοπ ότι είναι ο καταλληλότερος; Κατά Μάιο έχουμε εκλογές. Τετραπλές από ότι λένε». «Μέχρι τότε θα δούμε πολλά και θα ακούσουμε περισσότερα. Καταλληλότερος όμως είναι ένας. Ο Ευριπίδης. Ο Ευριπίδης. Κοιμήσου και θα σου πω τι μου είπε το πρωί. Το πρωί. Γιατί τώρα έχω σύνδεση με υπερπέραν. Και να πάρεις και ουίσκι από το καλό γιατί τέλειωσε και δεν πίνει άλλο ο θείος. Άκουσες, από το καλό. Μην έχουμε τίποτα εξελίξεις. Ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ! Καληνύχτα Τούλα. Καληνύχτα Ελλάδα».

Διαβάστε, επίσης: Ο κύριος Κλέωνας… εν αναμονή του νέου έτους…!

Tags:

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ads

You May Also Like

Συντάξεις Ιανουαρίου 2019: Θα καταβληθούν νωρίτερα -Δείτε τις ημερομηνίες

Προκειμένου να διευκολύνουν οικονομικά οι συνταξιούχοι ενόψει των Εορτών των Χριστουγέννων και του νέου ...

Λάρισα: Από λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού πέθανε το 13 μηνών βρέφος

Σε λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού οφείλεται, σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση που έγινε σήμερα, ο θάνατος του βρέφους ...

Διώξεις σε κομματικά και τραπεζικά στελέχη για δάνεια πάνω από 200 εκ. σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ

Παραγγελία για την άσκηση ποινικής δίωξης έστειλε η οικονομική εισαγγελία μετά το πέρας της ...

Δακτύλιος: Πότε ξεκινά η εφαρμογή του – Αναλυτικά οι περιοχές

Ο δακτύλιος επανέρχεται μετά το καλοκαίρι. Τα αυτοκίνητα που επιτρέπεται να κυκλοφορούν στο δακτύλιο, κυκλοφορούν μόνον εφόσον ...

Σεισμός 4,8 Ρίχτερ κοντά στην Κάρπαθο – Κουνήθηκαν τα Δωδεκάνησα

Το επίκεντρο της σεισμικής δόνησης εντοπίζεται 71χλμ νοτιοανατολικά της Καρπάθου. Το εστιακό βάθος υπολογίζεται ...

Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Παν. Μπρακουμάτσος ανέλαβε την εποπτεία της Εισαγγελίας Διαφθοράς

Την εποπτεία της Εισαγγελίας Διαφθοράς, η οποία χειρίζεται αυτή την εποχή σημαντικότατες υποθέσεις -μεταξύ ...