Ο κ.Κλέωνας και η ιστορία με το σκιουράκι

Ήρθε η Μέρκελ. Το go back madam Μέρκελ, του Τσίπρα, έγινε καλώστο το κορίτσι το ζουμπουρλούδικο

Τώρα να πω ψέμματα; Να πω ότι δεν ξέρουμε τι μας γίνεται; Ότι όλα ήταν σκεπασμένα με ομίχλη και δεν ήταν ορατό το τοπίο; Ποιος θα μας πιστέψει όμως; Ποιος θα πει: «Ναι ρε γαμώτο, έτσι είναι. Δεν το ήξερε ψυχή!». Όλα, όλοι, τα πάντα προειδοποιούν. Χτυπούν καμπάνες και εμείς «σφυρίζουμε κλέφτικα».

Τελικά το πιθανότερο είναι να ανοίξουμε την πόρτα μας και να  δούμε ένα χάσμα μπροστά μας. Σαν κάτι ταινίες καταστροφής του Hollywood, που όλοι στο σπίτι τους είναι μέσα στην τρελή χαρά και απ’ έξω γίνεται «το έλα να δεις»! Είναι μια μικρή ιστορία που μου έλεγε ο πατέρας μου, για ένα σκιουράκι που ζούσε στην άκρη ενός δάσους. Το δάσος αυτό είχε πιάσει φωτιά στην άλλη άκρη. Όλα τα ζώα έφευγαν μακριά και έτρεχαν να κρυφτούν από την καταστροφή που ερχόταν. Το σκιουράκι καθόταν ψηλά στο δέντρο του, και ως άλλος Νέρων, κοίταζε την πυρκαγιά. Του λέει ένας ασβός που πέρναγε από κάτω: «Σκίουρε, τρέχα να σωθείς όσο προλαβαίνεις, όσο είναι νωρίς». «Ζω ψηλά εγώ, είπε ο σκίουρος, κι άλλωστε η φωτιά είναι τόσο μακριά. Και συνέχισε ν’ απολαμβάνει το θέαμα τσακίζοντας ένα φουντούκι, μέχρι που έφτασε η φωτιά στον κώλο του και όχι φουντούκι δεν του έμεινε αλλά ούτε τρίχα απ’ το μουστάκι του».

«Μα καλά, είσαι με τα σωστά σου;», είπα στην Παναγιώτα που έχει το μαγαζάκι με τα «Eδώδιμα-Aποικιακά» της γωνίας. «Τι κούτες με γάλατα είναι αυτές; Πόσες φακές τέλος πάντων θα φας φέτος και έχεις μαζέψει τον κόσμο όλο!», την ξαναρώτησα γεμάτος απορία. «Κύριε Κλέωνα, αναμένεται». «Ποιος αναμένεται;». «Αναμένεται και σύντομα». «Ποιος βρε Παναγιώτα και θα με τρελάνεις;». «Ο Αρμαγελώνας». «Ο Αρμαγεδώνας εννοείς. Αλλά πότε; Πού; Ποιος;». «Καλά, ας τον λένε όπως στα τσακίδια θέλει. Κάτσε όμως εσύ έτσι και θα δεις αργότερα τ’ αποτελέσματα», είπε στοιβάζοντας πέντε κιβώτια ντοματοπελτέδες. «Και σε παρακαλώ, τώρα κ. Κλέωνα, κάνε μου τη χάρη να φύγεις γιατί ντανιάζω κι αυτό το σακί με ρύζι και κλείνω. Άντε στο καλό. Άντε στο καλό σου, με τους τρελούς και με την ακρίβεια που έχουμε μπλέξει», κι με έβγαλε με τρόπο στο πεζοδρόμιο χωρίς περισσότερες εξηγήσεις.

Πάει τρελάθηκε σκέφτηκα η Παναγιώτα, αλλά από την άλλη ήταν πάντα ένας άνθρωπος μαζεμένος και λογικός. Τι έγινε και φέρεται έτσι; Δεν έδωσα περισσότερη σημασία και πήγα στο καφενείο για τον σκέτο ελληνικό μου. Κάθισα, ζήτησα να μου φέρουν τον καφέ καλοψημένο και άρχισα να χαζεύω τις εφημερίδες που ήταν παρατεταγμένες στο τραπέζι σαν τραχανάς που περίμενε να λιαστεί. «Είμαι τελειωμένος. Πάει Κλέωνα, έρχεται η συντέλεια», αναστέναξε ο Σαράντης την ώρα που καθόταν στη διπλανή καρέκλα. «Γιατί Σαράντη μου η συντέλεια; Από πού και ως πού η συντέλεια;». «Η Βέτα με απατάει. Την έπιασα να έχει κρυφά πάρε-δώσε με έναν ταπετσέρη. Ανάθεμα το σαλόνι που ήθελε να φτιάξει. Ανάθεμα το σαλόνι, ανάθεμα και τον ταπετσέρη!» «Καλά ρε Σαράντη, μην κάνεις έτσι. Μπορεί να είναι παρεξήγηση». «Τι παρεξήγηση, τι παρεξήγηση που την έπιασα να του λέει ότι πιο μεγάλο τόπι δεν έχει ξαναδεί». «Πάσο, Σαράντη μου, πάσο. Αν μιλούσε για μέγεθος τοπιού, είναι όντως σκούρα τα πράγματα!» του απάντησα ρουφώντας λίγο από τον σκέτο μου. Ωστόσο εκτός από το άγχος του Σαράντη για το μέγεθος του «τοπιού» του ταπετσέρη, μεγάλο καημό είχε και η παρέα τριών νταγλαράδων που κάθονταν στο παραδίπλα τραπέζι. Σας μεταφέρω αυτούσιο τον διάλογο χωρίς περικοπές και με όλα τα καλολογικά στοιχεία. Και χάριν συντομίας, τον βάζω μέσα σε εισαγωγικά.

Την προσοχή όμως παρακαλώ, γιατί μετά από κάθε τελεία ακολουθεί διαφορετικό πρόσωπο που ομιλεί. «Ρε άει πάενε από κει! Είσαι γελοίος. Εσύ είσαι καραγκιόζης. Ρε και οι δυο είστε ηλίθιοι και δογματικοί. Ρε αφού είμαστε πρώτοι. Πώς ρε με τη διαιτησία; Ναι άρχισε το ίδιο παραμύθι πάλι, που για να δείτε τίτλο πρέπει να βγείτε Μις Ελλάς. Ρε νούμερο, είσαι με τα καλά σου; Τι μιλάς ρε εσύ που φέτος μάλλον θα υποβιβαστείτε. Ποιοι ρε εμείς; Ναι ρε εσείς, πάρτε πάλι καμιά τραγουδίστρια για πρόεδρο να δείτε προκοπή! Άντε πηδήσου ρε μαλάκα, κωλόγαυρε! Ποιον είπες γαύρο ρε πούστη! Εσένα μωρή λινάτσα βαζελινάτη! Σιγά τα αίματα! Τι μιλάς εσύ μωρή Πολίτισσα;». Αυτός ήταν ο μεγάλος καημός των φίλων και γειτόνων στο καφενείο εκείνη την ώρα, μέχρι που μπήκε τρέχοντας ο κουμπάρος μου ο Λευτέρης.

«Πάει-πάει-πάει. Χαθήκαμε. Τα ύστερα του κόσμου.» «Γιατί Λευτέρη τα ύστερα;» είπα εγώ απορημένος για μια ακόμα φορά. «Ήρθε η Μέρκελ. Το go back madam Μέρκελ, του Τσίπρα, έγινε καλώστο το κορίτσι το ζουμπουρλούδικο. Θα δώσει τη Μακεδονία ο κερατάς. Κι ο Καμμένος να δεις τα έχει κάνει πλακάκια για να πάνε για εκλογές. Μόνο ο Μητσοτάκης είναι η λύση να μου το θυμηθείς». «Κουράγιο Λευτέρη μου, θα το αντιμετωπίσουμε. Δε φαντάζομαι ότι είναι έτσι τα πράγματα. Ας μη βιαζόμαστε. Ας έχουμε λίγη υπομονή που αρπάζουμε φωτιά αμέσως». «Δεν είσαι πατριώτης κουμπάρε. Είσαι ρίψασπις και δειλός. Ντρέπομαι δια λογαριασμό σου. Δεν το περίμενα από εσένα. Φτου σου!». Με έφτυσε και αποχώρησε ουρλιάζοντας. «Άντε μη σου πω κι εγώ κανένα τροπάριο» του απάντησα και έφυγα αρκούντως τσαντισμένος και πιο πολύ στεναχωρημένος για την κατάντια μας. Φτάνω στο σπίτι, μπαίνω στην πολυκατοικία, κομμένο το κοινόχρηστο ρεύμα λόγω απλήρωτων κοινοχρήστων. Ανέβα τώρα τόσους ορόφους Κλέωνα με τα πόδια, σκέφτηκα. Φτάνω μετά από ένα τέταρτο ξεθεωμένος. Ανοίγω την πόρτα, η Τούλα μέσα στο κλάμα. «Τι έπαθες Τούλα; Είσαι καλά;» «Εγώ καλά είμαι.

Το πλυντήριο χάλασε, έκανε ένα γκρου-γκρου-γκραπ και σταμάτησε. Θέλουμε καινούργιο. Έφερα μάστορα και θέλει 150 ευρώ να το φτιάξει. Και έσκισε και τα δυο σου καλά πουκάμισα που είχα βάλει μέσα». «Με 150 ευρώ στα πλένω εγώ κάθε μήνα Τούλα μου. Εγώ θα σου κάνω μπουγάδα. Και ασπρόρουχα και χρωματιστά.» «Ναι κορόιδευε εσύ. Κι με όλον αυτόν τον χαλασμό δεν πρόλαβα να μαγειρέψω κιόλας.» «Α, ωραία. Και καλά χωρίς πουκάμισα να το αντέξω, αλλά και χωρίς φαΐ; Αυτό ε, πάει πολύ ρε Τούλα. Πάει πολύ!» τσαντίστηκα, φούντωσα, έδωσα έναν γερό καυγά με την Τούλα, όχι ότι μου έφταιγε αλλά ας όψεται ο φίλος μου ο Λευτεράκης, κι έφυγα από το σπίτι.

Περπάταγα και σκεφτόμουνα ότι αυτόν τον καιρό όλα πάνε στραβά κι ανάποδα. Τίποτα δεν είναι της προκοπής και είναι σαν όλος ο κόσμος να συνωμοτεί εις βάρος μας. Τέλος πάντων μέσα στην τσαντίλα μου έκατσα σε ένα μπουγατσατζίδικο, το οποίο παρεμπιπτόντως είχε και μια ωραιότατη τηλεόραση εξήντα ιντσών από τις καινούργιες τις 4K και SMART TV πως τις λένε, και παράγγειλα μια μπουγάτσα με κρέμα, όπως τις αποκαλούν και στη Θεσσαλονίκη για να στανιάρω κομμάτι από τα νεύρα μου. Εκεί που καθόμουνα και απολάμβανα ένα-ένα τα τραγανιστά κομμάτια της μπουγάτσας με την μπόλικη κανέλα και την άχνη-ζάχαρη, σηκώνω τα μάτια και βλέπω στην τηλεόραση σε κάποια εκπομπή που έπαιζε εκείνη την ώρα, έναν χάρτη της Μεσογείου. Ήταν στη μέση η Ελλάδα με πορτοκαλί χρώμα κι ένα κόκκινο αστέρι επάνω της. Γύρω-γύρω οι άλλες χώρες με άλλα χρώματα και μ’ ένα αστέρι κι αυτές.

Ο παρουσιαστής ενδεικτικά έλεγε: Η Π.Γ.Δ.Μ. είναι αμφίβολο αν καταφέρει να περάσει από τη βουλή της  τη Συνθήκη των Πρεσπών. Η Ιταλία αντιδρά στη μεταναστευτική πολιτική και έρχεται συνεχώς σε ρήξη με την Ε.Ε.. Η Μάλτα δε δίνει άδεια εισόδου σε μετανάστες. Η Αλβανία προσπαθεί να δημιουργήσει τη Μεγάλη Αλβανία εις βάρος των γειτόνων της. Αντιδρά η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Ταραχές για τις απαλλοτριώσεις των ελληνικών περιουσιών στη Βόρεια Ήπειρο. Η Τουρκία εμποδίζει τις γεωτρήσεις στην Κύπρο. Η Συρία δύσκολα θα επανακάμψει από τον εμφύλιο. Όλη η βόρεια πλευρά της αφρικανικής ηπείρου είναι σε αναταραχή και μοιάζει με μια βραδυφλεγή βόμβα, έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Εκείνο το συγκεκριμένο λεπτό, όταν συνειδητοποίησα το τι γινόταν στο “δάσος της Μεσογείου” θυμήθηκα την ιστορία του πατέρα μου. Και ένοιωσα σαν το σκιουράκι που το μόνο που το ένοιαζε ήταν το φουντούκι του και τίποτα άλλο. Και είδα καθαρά ότι εδώ στην όμορφη Ελλάδα με τους κουτούς κατοίκους της, το μόνο που μας απασχολεί είναι οι ομάδες μας, η γκόμενα, το πουκάμισο, τα γεμιστά και πόσο είναι το τόπι του ταπετσιέρη, αν φταίει ο Μητσοτάκης, ο Τσίπρας, ο Καμμένος, ο κατακαημένος, εν ολίγοις του καθενός το φουντούκι. Αλλά όταν “πιάσει φωτιά το δάσος”, τότε θα καούμε κι εμείς πιο γρήγορα κι απ’ ότι φανταζόμαστε. Και δεν θα μείνει ούτε φουντούκι, ούτε τίποτα.

Μόνο η μυρουδιά του καμένου. Αυτά κατάλαβα και ομολογώ ότι δύσκολα κατάπια την τελευταία μπουκιά της μπουγάτσας. Και σκέφτηκα ότι πρέπει να ζητήσω συγνώμη στην Τούλα για τα σκισμένα πουκάμισα και το φαΐ που δεν είχε. Γιατί εγώ άλλο φουντούκι από την Τούλα δεν έχω. Και δεν σκοπεύω να το χάσω έτσι εύκολα. Όχι τόσο εύκολα.

Διαβάστε, επίσης:Ο κ. Κλέωνας και μια φωνή από το παρελθόν

Ο κύριος Κλέωνας… εν αναμονή του νέου έτους…!

Ο κύριος Κλέωνας Μετακομίζει!

Tags:

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ads

You May Also Like

Συναγερμός λόγω πυρκαγιάς σε ξερά χόρτα κοντά στη Θεσσαλονίκη (vid)

Συναγερμός σήμανε στην Πυροσβεστική από την πυρκαγιά που ξέσπασε πριν τα μεσάνυχτα της Πέμπτης ...

Πέντε συνήθη λάθη που μειώνουν την απόδοση των υποψηφίων στις πανελλήνιες εξετάσεις

Παρά το γεγονός ότι ένα σημαντικό εύρος επαγγελμάτων μπορεί να ανταποκριθεί σήμερα στις ανάγκες ...

Πυρκαγιά σε εξέλιξη, στο Λαύριο, κοντά στο εργοστάσιο της ΕΒΟ

Σε εξέλιξη βρίσκεται πυρκαγιά στο Λαύριο, στην περιοχή Νεράκι. Η φωτιά κατακαίει χαμηλή βλάστηση κοντά στο εργοστάσιο ...

Καιρός: Έρχονται «καλοκαιρινές» μπόρες από αύριο Παρασκευή

Αναλυτικότερα, αρχικά προβλέπεται γενικά αίθριος καιρός. Βαθμιαία από τα δυτικά και τα βόρεια θα αναπτυχθούν νεφώσεις ...

Συνελήφθη 41χρονος για πρόκληση πυρκαγιάς από αμέλεια σε περιοχή της Έδεσσας

Για πρόκληση πυρκαγιάς από αμέλεια συνελήφθη άνδρας, 41 ετών, στην Πέλλα. Σύμφωνα με την ...

Ποιες αλλαγές φέρνει ο νέος χρόνος σε τηλεφωνία και Ίντερνετ

Νέες ρυθμίσεις για τη προστασία των συνδρομητών κινητής, σταθερής τηλεφωνίας και Ιντερνετ έναντι των ...